{ Θέατρo }

Το παλτό του Νικολάι Γκόγκολ στο Θέατρο Σοφούλη | κριτική παράστασης

Κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

Το παλτό του Νικολάι Γκόγκολ στο Θέατρο Σοφούλη | κριτική παράστασης



Το παλτό του Νικολάι Γκόγκολ στο θέατρο Σοφούλη σε σκηνοθεσία Αντώνη Καραγιάννη

«Κανείς δεν θυμόταν πότε είχε μπει στο υπουργείο ο Ακάκι  Ακάκιεβιτς και ποιος τον είχε συστήσει. Όσο κι αν άλλαζαν οι διευθυντές, οι τμηματάρχες, οι προϊστάμενοι, αυτόν τον έβλεπες πάντα καθισμένο στη θέση του, στην ίδια στάση, απασχολημένο στην ίδια δουλειά του διεκπεραιωτή, έτσι που αργότερα μερικοί είπανε πως είχε έρθει στον κόσμο με στολή και με φαλάκρα. Κανείς δεν τον είχε σε υπόληψη. Οι κλητήρες, όχι απλώς δεν σηκώνονταν όταν περνούσε, αλλά και δεν έδιναν περισσότερη προσοχή στην παρουσία του απ' όση στο πέταγμα μιας μύγας. Οι ανώτεροί του τον μεταχειρίζονταν με δεσποτική ψυχρότητα».
 
Το Παλτό (1842) είναι η τραγωδία  ενός  ασήμαντου ανθρωπάκου, ενός  αντιγραφέα  δημόσιας υπηρεσίας  που ακροβατεί  στο χείλος της εξαθλίωσης. Η ισορροπία αυτή κλονίζεται όταν το μοναδικό του, τρύπιο, κουρελιασμένο παλτό διαλύεται. Η οντότητά του κινδυνεύει χωρίς  ένα παλτό. Ο συγγραφέας σαρκάζει την επίφαση του ενδύματος, την ιεραρχία του βεστιαρίου με τον ίδιο τρόπο που ο Τσουκμάγιερ στον «Λοχαγό του Κέπενικ» σαρκάζει τη στολή. Ωστόσο, ο Ακάκι  κατορθώνει με αιματηρές οικονομίες  να αποκτήσει ένα  πολυτελές παλτό, που, όχι μόνο τον προστατεύει από το κρύο, αλλά του δίνει ξαφνικά κύρος και αποδοχή. Όμως, ένα βράδυ πέφτει θύμα ληστείας και χάνει το πολύτιμο  απόκτημά του. Στην προσπάθειά του να το ξαναβρεί, έρχεται αντιμέτωπος με ένα εφιαλτικό γραφειοκρατικό κατεστημένο.
 
Ο κόσμος της νουβέλας  «Το παλτό»  είναι ο αιώνιος  κόσμος των  υπαλλήλων  που υπηρετούν  έναν μηχανισμό,  από τη φύση του  επινοημένος και φτιαγμένος να υποτάσσει, να αποβλακώνει. Δεν είναι απαραίτητα ο κρατικός μηχανισμός. Η ίδια λογική, της ισοπέδωσης της προσωπικότητας, υπάρχει σε κάθε επιχείρηση  που ζητάει από τους εργαζόμενους τα μέγιστα, ανταποδίνοντας τα ελάχιστα.  Έναν  κερδοσκοπικό μηχανισμό που ξεζουμίζει, χωρίς έλεος, την ανθρώπινη ικμάδα  στον  βωμό της  χρηματικής ιδιοτέλειας.
 
Ο ήρωας του Γκόγκολ  είναι ένα μικρό αόρατο γρανάζι  που κάνει τη  δουλειά του. Οι συνάδελφοι του, όχι μόνο αδιαφορούν για την μοναξιά του  αλλά τον  χλευάζουν και τον υποτιμούν διαρκώς, ίσως γιατί ο Ακάκι  Ακάκιεβιτς αποτελεί τον αδύναμο κρίκο στην αλυσίδα που και οι ίδιοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι.
 
Μέσα από μια διεισδυτική και περιπαιχτική  ματιά στις κοινωνικές συνήθειες, ο Νικολάι Γκόγκολ στα διηγήματά του, όπως «Το παλτό» αλλά και «Το ημερολόγιο ενός τρελού», καταφέρνει να μας συνεπάρει στον σκοτεινό κόσμο της προσωπικής του καθημερινότητας που δεν διαφέρει και πολύ από την καθημερινότητα πολλών ανθρώπων σήμερα: σπίτι –δουλειά  σε καθημερινή  επανάληψη. Ποιο είναι το νόημα σε όλα αυτά; Ένα τεράστιο σαρκαστικό,  χλευαστικό «γιατί;» απλώνεται  στις  σελίδες  των διηγημάτων του Γκόγκολ. Γιατί οι άνθρωποι επέλεξαν να είναι τόσο μουντοί και μέσα σε αυτήν την  τυποποίηση μήπως  πρέπει  να αντικρύσουμε τον εαυτό μας  με μια δόση χιούμορ, για να  σταθούμε όρθιοι;
 
Το παλιό  παλτό  του  Ακάκι   αντιπροσωπεύει  μια  ταξική, τσαρική  Ρωσία  με  τεράστιες διαφορές  ανάμεσα  σε  προύχοντες και  πληβείους.  Ασφαλώς , αυτή η εικόνα  εκθέτει  τη χώρα που γεννά πολίτες  μυρωμένους  από  την  φτώχεια, την πείνα, το κρύο και  την αγανάκτηση. 
Αντίθετα, το καινούργιο  πανωφόρι  σημαίνει  ανωτέρα τάξη,   ζεστασιά, αποδοχή, κι  ευημερία. Όταν  οι κλέφτες  αρπάζουν το ελκυστικό, λαμπερό νέο του παλτό, ουσιαστικά  του κλέβουν  όλα όσα έχουν σημασία στη ζωή του. Και , αναπόφευκτα,  έρχεται  αντιμέτωπος  με τη σκληρότητα, την αδικία, τη  βλακεία, την ταπείνωση. Αρρωσταίνει  και  πεθαίνει δίχως να γίνει αισθητό σε κανέναν  το «απών» του.   Ο Γκόγκολ, όμως, τον επιστρέφει  σαν  φάντασμα - τιμωρός, για  να συμβολίσει τη θεϊκή ανταπόδοση ή  την ηθική  ικανοποίηση και να διατυμπανίσει ένα μήνυμα:  Αν δεν αλλάξει η Ρωσία από μια γραφειοκρατική, ανάλγητη  και καλουπωμένη  χώρα  σε μια ανοιχτή και φιλολαϊκή, σύντομα  ο ένας  Ακάκι θα  πολλαπλασιαστεί  σε  εκατομμύρια και θα επέλθει  απόλυτη καταστροφή.
 
Στην παράσταση εντυπωσιάζει το  μινιμαλιστικό  εικαστικό  σκηνικό  με τα κρεμασμένα φανάρια του δρόμου από αλυσίδες. Η αλυσίδα σαν σύμβολο δεσμών από το κατεστημένο, εξαιρετική ιδέα. Η σκηνοθεσία  του Αντώνη Καραγιάννη  παρουσιάζει τον Ακάκι καταβεβλημένο γέροντα, ομιλούντα αργά και συλλαβιστά στο μεγαλύτερο μέρος, σαν μια καρικατούρα που ζει και κινείται με μικρά ασταθή βήματα σε μερικά τετραγωνικά. Σπίτι –κρατική  δουλειά και τ? αντίστροφο. Αγοραφοβικός  ο ήρωας  και  άτολμος. Ράθυμος,  αλλά αφοσιωμένος στο καθήκον του.  Όλοι αυτοί οι αργοί  ρυθμοί  επιβραδύνουν  την εξέλιξη, αλλά συμβάλουν και σε μια ατμόσφαιρα κλειστοφοβική  μεν, υποταχτική δε στον ανώτερο. Θα πω, ακόμη, ότι  διέκρινα μια  διευκρινιστική  γραμμή  ανάμεσα  στον  φυσικό ρεαλισμό, στον  φυσικό  χώρο και  χρόνο των  προσώπων  και  στην ηθογραφία.  Θα προτιμούσα έναν γενικά  αφηρημένο  ρεαλισμό, αυτόν που ο σκηνοθέτης  δίνει  στον Βασίλη Κανελλόπουλο,  ενώ  περιορίζει  τον  Ακάκι – Κρίτωνα  Ζαχαριάδη σε μια γκροτέσκα  φιγούρα, στεφανωμένη από τους ατμούς  του 19ου αιώνα. Είναι σίγουρο  ότι  αυτή η άποψη περνάει  στο κοινό και γίνεται  αποδεκτή, αν κρίνω από το θερμό χειροκρότημά του. 
 
Ο Κρίτωνας Ζαχαριάδης  ερμηνεύει τον  Ακάκι  Ακάκιεβιτς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές  οδηγίες και, θαρρώ από ένστικτο κι όχι από επιταγή, γράφει μια  πολύ καλή σκηνή ορθώνοντας το κυρτό-  σε όλη τη διάρκεια του έργου -  κορμί του, στην πρώτη  ευλογημένη  στιγμή  που, επιτέλους,  φορά το καινούργιο του   παλτό. Έτσι, μας δίνει ένα όψιμο ανάστημα στο κατεστημένο,  μια εσωτερική  ικανοποίηση  για τους καρπούς των κόπων του και των στερήσεών  του  και μια ανάταση  ψυχής. 
 
Ο Βασίλης Κανελλόπουλος υποδύεται  τους  άλλους ρόλους  και  δείχνει  πόσο καλός  ηθοποιός είναι. Διαθέτει  ωραία  σκηνική παρουσία, στιβαρή  μεταλλική φωνή, ευρεία ερμηνευτική γκάμα και  χαρακτηριστική άνεση να μεταπηδά από τον  έναν χαρακτήρα  στον άλλον. 
 
Η μετάφραση και θεατρική διασκευή  είναι  της  Δέσποινας  Καλαϊτζίδου. Την υποβλητική και επιβλητική μουσική  υπογράφει ο  Γιώργος  Καζαντζής.
 
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Αντώνης Καραγιάννης
Μετάφραση – θεατρική διασκευή: Δέσποινα Καλαΐτζίδου
Μουσική: Γιώργος Καζαντζής
Ερμηνεία τραγουδιού: Ναντίνα Κυριαζή
Στίχοι: Κρίτωνας Ζαχαριάδης
Σκηνογραφία: Lorenzo Bellelli
Ενδυματολογία : Μαρία Καβαλιώτη
Video - Promo trailer: Γιώργος Κόγιας
Ήχος - φώτα: Ανέστης Ατακτίδης 
Β. σκηνοθέτη, μουσική επιμέλεια: Χρύσα Καραμούζη
Μακιγιάζ: HAIR PLUS ACADEMY
Γραφιστικά: Λευτέρης Παπασταύρου
Επικοινωνία : Κατερίνα Νικολάου 
Παραγωγή: Καλλιτεχνική εταιρία θεάτρου
 
Παίζουν: Κρίτωνας Ζαχαριάδης, Βασίλης Κανελλόπουλος 


:

Για να μαθαίνεις πρώτος τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη
Ακολούθησε μας στο Facebook

 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ