{ Θέατρo }

«Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ανήκει κάπου» | Γιάννης Παρασκευόπουλος, σκηνοθέτης «Τρωάδες» | συνέντευξη

Συνέντευξη Παύλος Λεμοντζής

 

Κατηγορίες: Θέατρο | Απόψεις

«Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ανήκει κάπου» | Γιάννης Παρασκευόπουλος, σκηνοθέτης «Τρωάδες» | συνέντευξη

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Παρασκευόπουλος συνομιλεί με τον Παύλο Λεμοντζή για το έργο και την παράσταση «Τρωάδες» του Ευριπίδη

«Τρωάδες» του Ευριπίδη.
Έργο παγκόσμιο και πολυεθνικό. Ο πόλεμος, οι απώλειες, τα τραγικά στίγματα, οι ανατροπές στους επιζώντες, το πένθος, οι πληγές σώματος και ψυχής δεν έχουν σύνορα, όρια, χρώματα, ηπείρους. Είναι πανανθρώπινες συνθήκες. Ο «οικουμενικός» Ευριπίδης, διαχρονικός και οδυνηρά επίκαιρος, συναντάται σχεδόν κάθε χρόνο σε αρχαία θέατρα ή σκηνές, όπου γης.
 
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το καλοκαίρι του 2020 τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε συμπαραγωγή με το Κέντρο Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΒΕΡΟΙΑΣ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Παρασκευόπουλου.  Στο ρόλο της Εκάβης η Γιώτα Φέστα.
 
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Παρασκευόπουλος συνομιλεί για το έργο και την παράσταση με τον Παύλο Λεμοντζή

Κύριε Παρασκευόπουλε, σκηνοθετείτε τις «Τρωάδες» για να μας δώσετε, υποθέτω, μια θεατρική εικόνα της “πρώτης μέρας” μετά την άλωση μιας πολιορκημένης πόλης, μια εικόνα των τρομερών συνεπειών για τους ίδιους τους νικητές που, στηριγμένοι στην υπεροπλία τους, παραβιάζουν ξεδιάντροπα και κυνικά κάθε έννοια δικαίου;
 
Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε την τελευταία μέρα των ηρώων στην Τροία. Πώς βλέπεις για τελευταία φορά την ανατολή του ηλίου; Πώς αποχαιρετάς για πάντα την πατρίδα σου; Σε όλο το έργο υπάρχει ένας υπόγειος αποχαιρετισμός, όχι μόνο από τους ηττημένους αλλά και από τους νικητές. Από τη μια μεριά έχουμε τις γυναίκες της Τροίας που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ετοιμάζονται ψυχικά για ένα άγνωστο μέλλον. Από την άλλη οι άνδρες κατακτητές επιστρέφουν στην πατρίδα τους για να συναντήσουν τα αγαπημένα
τους πρόσωπα, τα σπίτια τους. Υπάρχει όμως κάτι που του διαβεβαιώνει πως μετά από τόσα χρόνια ίσως να μην είναι όπως ήταν; Ο πρώτος που έρχεται αντιμέτωπος με αυτή την πραγματικότητα είναι ο Μενέλαος όταν συναντάει την Ελένη μετά από δέκα χρόνια. Αντικρίζει
μια γυναίκα που δεν είναι αυτή για την οποία έχει πολεμήσει. Μια ξένη γυναικά. Αυτό, λοιπόν, που συνδέει τους χαρακτήρες του έργου, νικητές και ηττημένους, είναι η κοινή αγωνία για το άγνωστο.
 
Κομίζετε, ίσως, κάτι νεότερο; Επειδή διάβασα στο δελτίο τύπου του ΚΘΒΕ: «Η δύσκολη συγκυρία που επιβάλουν οι υγειονομικοί κανονισμοί, γίνεται ένας αναγκαστικός περιορισμός που αποτελεί πρόκληση για τη σκηνοθεσία και ανοίγει νέους δρόμους στην προσέγγιση του έργου. Η συνθήκη του σήμερα «συναντά» τις γυναίκες της Τροίας στη μετεωρική στιγμή πριν από τη νέα τους ζωή».
 
Όπως γνωρίζετε το θέατρο που με ενδιαφέρει έχει να κάνει με την ερεύνα. Αντιμετωπίζω κάθε έργο που έχω να δουλέψω σαν ένα άγνωστο υλικό και έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι ξεκινάμε ένα ταξίδι. Υποχρέωση μου είναι να δημιουργήσω το μέσο με το οποίο θα ταξιδέψουμε και να δω τον προορισμό, το ταξίδι όμως το κάνουμε όλοι μαζί. Στις Τρωάδες το μέσο ήταν ένα καράβι, συνέβη όμως κάτι περίεργο, αυτό το μέσο μας το δημιούργησε η συνθήκη της πανδημίας. Το πρωτόκολλο, οι κανόνες, η ασφάλεια, η απόσταση, η προστασία. Οφείλαμε, λοιπόν, να σεβαστούμε έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο εργασίας και αυτό μας άνοιξε δρόμους απροσδόκητους.
 
Διαλέξατε τη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος ανέβασε το έργο το 1977, ενώ το είχε δουλέψει νωρίτερα στο Εθνικό και, τότε, θεωρήθηκε επαναστατική μετάφραση, πεζή μεν, ποιητική δε, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται σήμερα. Υιοθετήσατε την απλότητα, την αφαίρεση, τη λιτότητα που εισήγαγε στο θέατρο της εποχής ο Τσαρούχης και χαρακτηρίστηκε «ανατροπή», έστω κι αν καταγγέλλει την Εξουσία και καταδικάζει την απανθρωπιά των κατακτητών στον όποιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο;
 
Η μετάφραση του Τσαρούχη μου αρέσει γιατί έχει μια απλότητα και μια αμεσότητα στον λόγο και για τον λόγω αυτό την επέλεξα. Ίσως σε σημεία να στερείται την ποιητικότητα αλλά αυτό ελπίζω πως θα το καλύψει η ίδια η παράσταση.
 
Αν μεταφέρουμε το δράμα στη σύγχρονη κοινωνία μας, όπου η ζωή είναι ένας διαρκής πόλεμος κι αναζητείται από τον καθένα η ισορροπία, ώστε να γίνει καλός πολεμιστής, αντιλαμβάνεται ο σημερινός θεατής που παρακολουθεί τις «Τρωάδες» και ύστερα από τις τόσες επαναλήψεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες, το αντιπολεμικό της μήνυμα;
 
Νομίζω πως αυτό για το οποίο βαθιά μιλάει το έργο είναι η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Οι περισσότεροι από εμάς με την απειλή της πανδημίας νιώσαμε πως χάνουμε αυτό που μας συνδέει με τους άλλους. Η ύπαρξη της δουλειάς μας απειλήθηκε. Έκλεισαν τα
θέατρα. Σταμάτησαν οι δουλειές. Επιστρέψαμε σε αυτό που ανήκουμε. Στον πυρήνα μας. Και αυτό για το οποίο προσπαθούσαμε ήταν να κρατήσουμε την επαφή μας με τους ανθρώπους μας. Την οικογένεια μας, τους φίλους μας, τους συνεργάτες, τους μαθητές μας. Να μην χάσουμε αυτό στο οποίο ανήκουμε. Όταν όλη αυτή η ιστορία σταμάτησε βγήκαμε σε έναν κόσμο που ήταν λίγο διαφορετικός, καταλάβαμε πως τα πράγματα δεν θα είναι όπως ήταν. Έπρεπε να
βρούμε έναν τρόπο να υπάρξουμε σε αυτό τον καινούργιο κόσμο. Δεν ήταν εύκολο, υπήρχε φόβος, άρνηση, αντίσταση, όμως και η πρόκληση να βρούμε έναν καινούργιο βηματισμό. Στις Τρωάδες, αυτοί οι  άνθρωποι, μετά το τέλος του πόλεμου, έχουν χάσει τα πάντα. Η σκλαβιά είναι μια ανυπόφορη προοπτική για το μέλλον τους. Είναι όμως μια προοπτική.
 
Είναι, ίσως, ουτοπία να θεωρήσω ότι καταφέρνει το υποψιασμένο κοινό να εισπράξει πως ο καλός πολεμιστής είναι αυτός που μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο θαύμα τού να είσαι άνθρωπος και στη φρίκη τού να είσαι άνθρωπος;
 
Ο θεατής φεύγει από το σπίτι του, φοράει τα ωραία του ρούχα, έρχεται στο θέατρο, πληρώνει εισιτήριο, σου προσφέρει τον χρόνο του για να δει κάτι που θα του αρέσει. Ο θεατής είναι πάντα ανοιχτός να επικοινωνήσει με το θαύμα.


 
Πέμπτη 20, Παρασκευή 21, Σάββατο 22 Αυγούστου
 

Συνέντευξη Παύλος Λεμοντζής





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ