{ Θέατρo }

Μητέρες; στο Μπενσουσάν Χαν | κριτική παράστασης

Κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

Μητέρες; στο Μπενσουσάν Χαν | κριτική παράστασης



«Μητέρες;» Σκηνοθεσία: Δαμιανός Κωνσταντινίδης |Τρία παραμύθια γύρω από τον άξονα « μάνα – μητέρα – μαμά» στο Μπενσουσάν Χαν και στη Myro Gallery

Τα τρία  «άγρια» παραμύθια   που έπλεξε περίτεχνα  σε ιδιαίτερη θεατρική διασκευή  ο γητευτής  του αλλόκοτου Δαμιανός  Κωνσταντινίδης, αποτελούν μεταφορές, παραβολές  της  ζωής έξω από  τα όρια, έξω  από τις επιταγές της  κοινωνίας. Στη  συγκεκριμένη γκροτέσκα  πλεξίδα των ιστοριών συναντάμε τον καταχωνιασμένο  φόβο αλλά και την άγνοια  κινδύνου, τα ανομολόγητα  πάθη, την επίκτητη  ιδιοτέλεια, τη θλιβερή και,  ίσως,  τερατώδη  πλευρά των  παραμυθιών και καταλήγουμε σε ένα αναπάντεχο  λαμπερό φως, ανακουφιστικό, λυτρωτικό, που αρκετοί  θα το ονοματίσουν «φως της γνώσης». Επειδή, μια συμβολική ιστορία που μιλά  για επονείδιστες  δοκιμασίες  του ήρωα, υπονοεί  το ανείπωτο: τη ζωή, τον  θάνατο, την  οδύνη  της απώλειας  ανθρώπων, σχέσεων, καταστάσεων, κάθε  είδους βολέματος  και προνομίων. Θα πω, μια πορεία ενηλικίωσης μέσα  από  μια σειρά οδυνηρών καταστάσεων.
 
Τα «μαύρα» παραμύθια έχουν αυτό που ονομάζουμε «μυθική αγριότητα». Συχνά μιλάνε για τον ανυπόφορο πόνο  μιας ενδοοικογενειακής  ή εξωτερικής συμφεροντολογικής σύγκρουσης, που μπορεί να φτάσει ως τον φόνο, ακόμα  και  ως  τον κανιβαλισμό.
 
Το θέμα
Τρία παραμύθια  γύρω  από τον άξονα  « μάνα – μητέρα – μαμά» ,  όπου το  «αντί» κολλάει στη  δράση και  γίνεται αντίδραση. Κι όταν δεν τα καταφέρνει, παραμένει απειλητικά  ή  και αθώα,  απέναντι.  Στη «Μαύρη Όρνιθα»  μια μάνα πασχίζει με κάθε τρόπο να αφανίσει τα παιδιά της,  για να χαρεί  ελεύθερη τον παράνομο  έρωτά της. Στον «Τσυρόγλε»  μια  άλλη μάνα μέσα  από τον τάφο της,  νοιάζεται και συμβουλεύει  τη  θυγατέρα - φονιά της.  Στον «Καημό»  η τρίτη μάνα  «παραδίδει» τα νεογέννητα παιδιά της  στο δικό της  βάσανο, στον «καημό»,  που τα τρώει. 
 
Κάθε  ιστορία κι  ένα παραλίγο έγκλημα,  σαν πρωτοσέλιδο  φτηνής  εφημερίδας. Μια τραγωδία με ανοιχτό το δίλημμα του τέλους.  Ένα «περιστατικό» ψυχανάλυσης. Πλάι στις τρεις  μητέρες – πρωταγωνίστριες  των  τριών παραμυθιών, εμφανίζονται κι άλλες (μητριά, πεθερά, χαροκαμένη μάνα ), που  δικαιολογούν  και μεγεθύνουν  το ερωτηματικό  του  τίτλου της παράστασης, καθώς  οι περισσότερες  παρεκκλίνουν από το συμβατικό μοντέλο της μάνας.
 
Η είσδυση
Μια φορά και ένα καιρό, το λοιπόν,  ήταν μια  μνήμη. Αυτή η  αρχή  ταιριάζει σε παραμύθια  για ενήλικες. Παραμύθια  ξυπνητά  με κεντρικό ήρωα  το  όνειρο - προσδοκία.
 
Το όνειρο –απαντοχή   έχει τη δύναμη να  σε βυθίζει στο  υποσυνείδητό σου, στις  φοβίες ή στις επιθυμίες  σου . Άλλοτε  παίζει μαζί σου στις σκιές  και άλλοτε  σε  στεφανώνει  με ελπιδοφόρο  φως.  Άλλοτε σου χαρίζει  μια ευφρόσυνη περιπλάνηση   στον κόσμο του κι άλλοτε  σου αφαιρει τα  σημάδια στον δρόμο της επιστροφής.
 
Η μητέρα συμβολίζει  την ασφάλεια, την παρηγοριά, την τρυφερότητα  αλλά και τον  φόβο. Όμως, σε κάθε περίπτωση η μητέρα είναι ανάγκη.  Είναι πάντα στη σκέψη σου  κι είναι  η φωνή  των βρεφικών σου χρόνων, των νανουρισμάτων αλλά και των απαγορεύσεων, των τιμωριών, της προσταγής  και  της επιβολής.
 
Μητέρες αυταρχικές, στοργικές, μόνες και, κυρίως, πολύμορφες στην όψη και  στην ψυχή. Πώς η σχέση μας  μαζί τους  διαμορφώνει την πορεία μας; Πώς η πορεία που ακολουθούμε επηρεάζει τη  ζωή τους; Γενετικές  και επίκτητες δυνάμεις, ένστικτα και συναισθήματα, αποδοχές κι απορρίψεις απόψεων, βήματα μπροστά και  προς τα πίσω, χαμογέλια και επιφωνήματα, προσδιορισμοί  αποκρυσταλλωμένοι και  επαναπροσδιορισμοί, εξαιτίας τριών «ανεμοδαρμένων» λαϊκών  παραμυθιών σε μια παράσταση –  performance  και σ? ενόν υποδειγματικά κλειστοφοβικό   χώρο  για  εστίαση στο  «ψαχνό» - ιδέα. Στη σοφίτα του  Μπερνσουσάν Χαν.
 
Η παράσταση 
Παραμύθια  με μάνες, κόρες   και ιδιόμορφο περίγυρο  σε μαύρο, κόκκινο ή πολύχρωμο φόντο.  Με δαίμονες  φανταστικούς  ή  πραγματικούς, με  τη μορφή κοινωνικών στερεοτύπων  και βίας. Απώλεια, χωρισμοί και θάνατοι και  μετά εμείς  οι ίδιοι και ό,τι έχει απομείνει.
 
Μια παράσταση  - αφήγηση που  θυμίζει  κάτι  από την  «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων»  ή τη χώρα του «ποτέ- ποτέ» , ακόμα και το σαιξπηρικό «Τέλος καλό, όλα καλά» και με αναπάντεχες   δόσεις  υπόγειου καμπαρέ της  τζαζ,  μουσικοί  αυτοσχεδιασμοί,  σα χρυσόσκονη  πάνω στην όποια απώλεια, σαν παράθυρα στο σκοτεινό περιεχόμενο  μιας ιστορίας.  Όμως, ακριβώς  επειδή η αγριότητα είναι μυθική, δεν μπορεί να τρομάξει κανέναν. Αντίθετα, ο φόβος προσωποποιείται  και εξοντώνεται. Ακόμα και τα  πιο άγρια  μαγικά παραμύθια είναι ανακουφιστικά, επειδή  οι ήρωες- παρ όλες τις σκληρές  δοκιμασίες - στο τέλος δικαιώνονται . Χωρίς  ίχνος μιζέριας, με γενναιότητα και εμπιστοσύνη  στον  άνθρωπο και σε όλα όσα τον περιβάλλουν  προχωράνε ίσια εμπρός, παλεύουν  σώμα με σώμα με μάγισσες  και  με στοιχειά, ακόμα και με τον ίδιο τον θάνατο. Στο τέλος  ο αγωνιστής  γίνεται   «βασιλιάς», δηλαδή άρχοντας του εαυτού του, μη υποτελής, αυτόνομος.
 
Αφηγηματική  κινησιολογία από τις δυο γυναίκες, εικόνες  κόμικ, αύρα εξωπραγματικού κόσμου, παραμυθένιου. Η  Ιωάννα  Μαμακούκα  ξετυλίγει  την κάθε  ιστορία, ως  νοσταλγική φιγούρα  του παραμυθά  που καθηλώνει  το ακροατήριό  του  και  η Ελένη Σινιάρη  τις ντύνει  με τη μελίρρυτη φωνή της και τις δικές της  πρωτότυπες  μουσικές. 
 
Ο  Δαμιανός Κωνσταντινίδης , για άλλη μια φορά,  πλάθει  ένα δικό του σύμπαν παράλληλο με αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ενώνει κομμάτια ζωής  με τις αισθήσεις και χτίζει γέφυρα επικοινωνίας  ανάμεσα  στο μεταφυσικό  και στο πραγματικό. Θα μπορούσαμε να του προσάψουμε  τον χαρακτηρισμό «κληρονόμος  του ρομαντισμού», επειδή κοιτάζει πράγματα και ανθρώπους  μέσα από ένα ευρύτερο πρίσμα. Στα μάτια του  η ζωή κατοικεί στην τάξη όσο και στο χάος. Άλλωστε, κάθε απόπειρα  διαχωρισμού των θέσεων σε τεχνητές κατηγορίες , οδηγεί σε στείρα σχήματα, σε  μονοδιάστατες εφαρμογές θεωριών και σε  άρνηση  αντιφάσεων  παντού. Μέσα μας  και  γύρω μας.
 
Ιδιαίτερη, σύγχρονη  performance  από το  υλικό παραμυθιών για «ενήλικες» , η οποία ταιριάζει απόλυτα στον  ατμοσφαιρικό  χώρο της  σοφίτας  του  Μπενσουσάν Χαν. 
 
Μέσα από μια γκροτέσκα ματιά («το γκροτέσκο είναι παντού» είχε τονίσει ο Βίκτωρ  Ουγκό το 1827 στον πρόλογο του «Κρόμγουελ». Το άσχημο δίπλα στο άμορφο, το κακοφορμισμένο  στον αντίποδα του υψηλού, το μαύρο απέναντι στο άσπρο) , ενώ  με τη χρήση  διαφορετικών  θεατρικών  μέσων : αφήγηση, δραματοποίηση, μάσκες, μουσική και τραγούδι, η  θεατρική διασκευή των λαϊκών  παραμυθιών,  μας  προ(σ)καλεί ν? αποφασίσουμε  για τον ρόλο της Μητέρας σήμερα, για τις «υποδειγματικές» πράξεις που θα τον συνιστούσαν και για τις παραβ(ι)άσεις που θα τον έβαζαν σε κίνδυνο.
 
Εν κατακλείδι, η αλήθεια  που κρύβουν αυτά  τα σκοτεινά  παραμύθια   είναι  μια πορεία προς την ενσυνείδηση και η παράσταση- performance είναι  μια  ελεγεία  σε ένα σύμπαν, όπου το Καλό  μάχεται με το Κακό  και οι άνθρωποι, κουρασμένοι από τα δεινά αλλά σοφότεροι, επιστρέφουν στις  αξίες και στα  ιδανικά  που  οι ίδιοι  χαρακτηρίζουν ως «υψηλά». 
 
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
 
Σκηνοθεσία: Δαμιανός Κωνσταντινίδης
Σκηνικά – Κοστούμια – Μάσκες: Απόστολος Αποστολίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Αφρούλη Μπέρσου
Ερμηνεία: Ιωάννα Μαμακούκα
Ερμηνεία – Μουσική σύνθεση – Πιάνο – Τραγούδι: Ελιόνα – Ελένη Σινιάρη
Φωτογραφίες: Χρήστος Κυριαζίδης
Αφίσα: Δαβίδ Σαμπεθάι
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
 
Χρήσιμες πληροφορίες
Παραστάσεις μέρες και ώρες
Οι φωτογραφίες στο άρθρο είναι του Ιωάννη Αδαμίδη

cityportal.gr / Μητέρες; στο Μπενσουσάν Χαν / Κριτική Παύλος Λεμοντζής


:

Για να μαθαίνεις πρώτος τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη
Ακολούθησε μας στο Facebook

 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ