{ Θέατρo }

Η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα στο ΚΘΒΕ | κριτική παράστασης

Κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

Η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα στο ΚΘΒΕ | κριτική παράστασης



Συναρπαστική τοιχογραφία της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης σε μια συγκλονιστική παράσταση στη Μονή Λαζαριστών, από το ΚΘΒΕ (κριτική)

Η Ιστορία είναι ο κώδικάς μας, το στίγμα  κι ολόκληρη η ύπαρξή μας.  Και μέσα  απ  αυτήν ξανασυζητάμε το «τώρα»  σε βάσεις  βαθιές και  ουσιαστικές. Γινόμαστε, δηλαδή,  εμβριθέστεροι και δυνατότεροι. Θαρρώ, πως  μεγαλύτερη  επανάσταση  είναι αυτή που συμβαίνει μέσα μας. Ως  άνθρωποι αλλάζουμε και  προχωράμε μόνο  όταν αντιλαμβανόμαστε  τι  κάναμε  λάθος.   Ο πλούτος  του καθενός  εδράζεται  σ αυτό το νέο στοιχείο,  που εντυπώθηκε στον  χαρακτήρα του μετά από  ατυχίες,  από λάθη, ανατροπές  ή κάποια συμφορά.  Κάθε που βρισκόμαστε μπροστά  σε μια ιστορική καταγραφή  γεγονότων  που μας  αφορούν ως  ανθρώπους, λογαριάζω  πως  ήρθε η ώρα  της  ανατροπής  του  κακού μας  σκηνικού  μέσα από τη γνώση της Ιστορίας μας και του εαυτού μας. Προφανώς, χρειαζόμαστε πολλά μαθήματα. Αυτή η «Μεγάλη Πλατεία», έτσι όπως διασκευάστηκε  από τον πνευματώδη ΄Ακη Δήμου, είναι άλλη μια διδαχή κι ένα βήμα προς το εξαιρετικά  μακρινό  «γνώθι σαυτόν».
 
Το βιβλίο
 
«Μεγάλη Πλατεία», παναπεί ο χώρος ο περίβλεπτος! Όπου τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί. Όπου τα δείχνουμε όλα!»  (Νίκος Μπακόλας)
 
Απ αυτό  το βραβευμένο βιβλίο (Α΄ κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1988)  περνάει η ιστορία της Θεσσαλονίκης, από την Μικρασιατική καταστροφή και το κύμα των προσφύγων που κατέκλυσαν την πόλη και την μεταμόρφωσαν κυριολεκτικά, έως τον Εμφύλιο. Ο συγγραφέας  παρακολουθεί  τις  ζωές τεσσάρων  χαρακτήρων στο πρώτο μέρος, ενώ στο δεύτερο προστίθενται και άλλοι δύο, οι οποίοι σιγά - σιγά εκτοπίζουν  τους  προηγούμενους  αναδεικνυόμενοι  ως  πρωταγωνιστές  του  μύθου. Εμβόλιμα  υπάρχουν εννέα  κεφάλαια, που φέρουν τον  τίτλο “Μέσοι Χρόνοι”, όπου ο Νίκος Μπακόλας  διηγείται μια  παράλληλη  ιστορία με συνειρμικό  λόγο, η οποία ξεκινά  από την Επανάσταση των Ζηλωτών (1342-1349)  στην Θεσσαλονίκη της  Βυζαντινής  περιόδου.  Ήταν η  μοναδική περίπτωση  επικράτησης  της  Λαϊκής  εξουσίας  για  μικρή, έστω,  χρονική περίοδο.  Η  επανάσταση, βέβαια, συνετρίβη. 
 
Το μυθιστόρημα  κινείται  σε τρία  αρχικά  επίπεδα: μυθοπλασία, ιστορικές  μνήμες, υποσημειώσεις. Η Θεσσαλονίκη, ως “μεγάλη πλατεία”,  είναι ουσιαστικά ο μεγάλος  ήρωας του βιβλίου, ο αληθινός του  πρωταγωνιστής. Μπορεί, αίφνης,  να τοποθετηθεί στην  Αριστοτέλους με τους γύρω  δρόμους της έως την πλατεία Ελευθερίας. Ουσιαστικό, όμως, πλαίσιο αποτελούν  οι συνοικίες του Ντεπό, η Άνω Πόλη  και οι Εξοχές, όπου μεγάλωσε ο συγγραφέας.
 
Η υπόθεση
 
Ο Φώτης, ο Χρίστος και η Αγγέλα, άνθρωποι του μόχθου και της βιοπάλης,  ξεκινάνε την πορεία τους από διαφορετικές αφετηρίες. Οι χαρακτήρες τους  αντανακλούν τις μορφές της κοινωνίας της πόλης. Ο τέταρτος ήρωας, ο Γιάννης, είναι ο μόνος που προέρχεται από εύπορη οικογένεια με  πατέρα εργοστασιάρχη. Είναι ο πιο ανατρεπτικός απ' όλους, καθώς έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την οικογένειά του, λόγω του τρόπου ζωής που επιλέγει. 
 
Στο δεύτερο μέρος που καλύπτει τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, προστίθενται δύο ακόμα  ήρωες.  Ο  Άγγελος, παραμελημένος και παρατημένος στη γιαγιά του Μυρσίνη, γιος του Φώτη από έναν νεανικό του γάμο με μια Εβραία, παιδί που μεγαλώνει κυριολεκτικά στον δρόμο, και η Αντιγόνη, η μικρότερη κόρη του Χρίστου, η οποία ως έφηβη στην Κατοχή προσπαθεί να κατανοήσει τις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες. Γύρω τους πολλοί δευτερεύοντες και ελάσσονες χαρακτήρες, πρόσωπα  του δημοσιογραφικού κόσμου, της εργατικής τάξης,  έντιμοι και απατεώνες  ή μεροκαματιάρηδες που προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε είδους τρόπους. Η γραφή του Μπακόλα ακολουθεί ρεαλιστικό ύφος με ποιητικό ρυθμό, κάνοντας χρονικά άλματα στις ιστορίες, εμπλέκοντας περιόδους της ζωής των ηρώων του.  
 
Η διασκευή ΄Ακη  Δήμου
 
«Η μοναξιά στεγνώνει τον άνθρωπο»  -  «Δε θέλω τα χρήματά σου, τον ίσκιο σου θέλω» . 
Φράσεις πολύτιμα τιμαλφή, φράσεις  φυλακτά! Αυτές τις φύλαξα για μένα. Τις άλλες, που ναι δεκάδες, θα τις βρείτε στην παράσταση και μερικές μέσα στο βιβλιαράκι τσέπης που πάει πακέτο  με το πρόγραμμα. Μέσα εκεί θα διαβάσετε κι ένα σημείωμα του διασκευαστή. Απομόνωσα μια πρόταση: « Αν θέλεις να χτίσεις πάνω στη Μεγάλη Πλατεία του Μπακόλα ένα θεατρικό έργο, θα πρέπει γρήγορα να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι δε γίνεται να παραμείνεις πιστός στη γραφή ενός άλλου, παρά μόνο απιστώντας συνειδητά και κατ εξακολούθηση, προς όφελος των δικών σου ερμηνειών και εμμονών και της σκηνικής αποτύπωσης του μυθιστορηματικού σύμπαντος». Είναι το “δια ταύτα” του δικού του πονήματος, το οποίο οσονούπω θα κυκλοφορήσει και σε βιβλίο, όπως διάβασα κάπου, δε θυμάμαι πού. 
 
Θυμάμαι , όμως, τους ήρωες, τις σκηνές μία προς μία, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις στο μωσαϊκό της εκατονταετούς  πορείας της  χώρας, και δη της Θεσσαλονίκης, στον χρόνο κι όλα όσα συνέβησαν στην αίθουσα «Σωκράτης Καραντινός», με τη σύζευξη πολλών μορφών τέχνης, άψογα συνεργάσιμες, πάνω σε ένα εξαιρετικό σκηνικό – πλατεία, απλωμένο σ όλο το μήκος του παλκοσένικου και  σε δυο επίπεδα, έτσι όπως το σχεδίασε η ευφάνταστη  Ευαγγελία Κιρκινέ. Θυμάμαι τα έξοχα εικαστικά κάδρα, τα συρταρωτά  πετάσματα, που άλλοτε κυλούσαν τον χρόνο από τον ενεστώτα στον παρατατικό ή στον υπερσυντέλικο και στον αόριστο, άλλοτε ανύψωναν το θέατρο σκιών ως επεξηγηματική πρόταση ή έφερναν στο προσκήνιο την παρομοίωση και τη μεταφορά, όχι ως σχήματα λόγου, αλλά  ως υπαινικτικές παρεμβάσεις στη ροή των επεισοδίων. Θυμάμαι  τα στροφικά στάσιμα που επινόησε η πολυμήχανη Ελένη Ευθυμίου, το πλήθος  των ανθρώπων μόνιμο στη σκηνή, σα χορός τραγωδίας, και την επέκταση των «Μέσων Χρόνων» σ όλο το έργο. Κομμάτια που αριστοτεχνικά ενώνονταν με την ποίηση, την εικόνα τη ζωντανή και του κινηματογράφου. Σοφή ιδέα. Όλα τα γεγονότα, όλοι  οι  «μικροί θάνατοι» που αναπαράχθηκαν είτε ζωντανά είτε στην οθόνη, είναι για μας σήμερα «μέσοι χρόνοι».
 
Ο συγγραφέας
 
Ο Nίκος  Mπακόλας  γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη όπου και έμενε μέχρι το 2000 που έφυγε από τη ζωή. Σπούδασε μαθηματικά αλλά επαγγελματικά ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1987. Σαν πεζογράφος εμφανίστηκε το 1955 με διηγήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά. Tοπρώτο του βιβλίο, "Mην κλαις αγαπημένη", κυκλοφόρησε το 1958. Από τότε έχουν εκδοθεί πάνω από δέκα βιβλία του, όλα πεζογραφικά. Δυο μυθιστορήματά του, "H Μεγάλη Πλατεία" και "H ατέλειωτη γραφή του αίματος" τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, το 1988 και το 1997 αντίστοιχα, ενώ η "Μυθολογία" του είχε τιμηθεί με το βραβείο Plotin, το 1978.
 
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά, ολλανδικά, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Έχει μεταφράσει μυθιστορήματα των Φόκνερ, Φιτζέραλντ και Tζέημς. Έχει διατελέσει δυο φορές καλλιτεχνικό διευθυντής του KΘΒΕ και από το 1958, και για μια τριακονταετία, ασχολήθηκε με την κριτική θεάτρου.
 
Η Παράσταση
 
Ο  ευρυμαθής Ακης Δήμου (εξέχων θεατρικός συγγραφέας , μυθιστοριογράφος, σχολιαστής, αρθρογράφος – χρονογράφος) διασκευάζει  το έργο για τη θεατρική σκηνή.  Απομακρύνεται εμφανώς από τα παραδεδομένα τού ιστορικού μυθιστορήματος,  όχι μόνο γιατί οι πρωταγωνιστές του καταδιώκονται από την Ιστορία, αλλά κι επειδή η ατομική τους περιπέτεια τούς οδηγεί σε μια χαοτική υποκειμενικότητα. Παράλληλα, συντάσσει ένα νέο μυθιστόρημα  πάνω στις  βάσεις της «Μεγάλης Πλατείας». 
 
Σε πρόσφατη συνέντευξή του δηλώνει ο ίδιος  για τη διασκευή του εμβληματικού έργου του Νίκου Μπακόλα :«Έγραψα ένα έργο – βόλτα με πολλές στάσεις: διάλογοι, μονόλογοι, τίτλοι σκηνών που διεκδικούν τη δική τους δραματουργική αυτονομία, πολυφωνικές αφηγήσεις, ρεαλιστικές δράσεις και ονειρικές υποτροπές, τραγούδια, χαστούκια, χάδια και πυροβολισμούς, φιλιά που για δευτερόλεπτα ακινητούν στον αέρα πριν βρουν το στόμα και κορμιά σε παρατεταμένο συναγερμό. Υποχρεωτικά παρέλειψα πρόσωπα και γεγονότα, ανέπτυξα άλλα, αναδιέταξα και συνένωσα τις δράσεις, διασταύρωσα το κείμενο του Μπακόλα με άλλα κείμενα (δικά του και άλλων), απέφυγα τις πολλές πληροφορίες για το ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων αλλάζοντας το φινάλε… Κοντολογίς: υπάκουσα στις απαιτήσεις της θεατρικότητας ακροβατώντας ανάμεσα στο “γράμμα” του μυθιστορήματος και στην προσωπική μου ανάγνωση. Το έργο δε  θα ολοκληρωνόταν, χωρίς τη συμβολή  της  Ελένης Ευθυμίου. Όχι μόνο η στενή σχέση της με τη μουσική τής επέτρεψε να εντοπίσει άνετα τη μελωδική γραμμή και τη ρυθμολογία του κειμένου και να τις εξελίξει, αλλά και γιατί  ξέρει  καλά να κινεί πολυπρόσωπα ανσάμπλ ηθοποιών πάνω στη σκηνή και να συντονίζει το κάθε αίσθημα ξεχωριστά με το αίσθημα της αφήγησης». 
 
Η σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου έκανε την υποκειμενικότητα του  Ακη  Δήμου προσωπική της, τη ζύμωσε θεατρικά με τρόπο ώστε οι ήρωες ν΄ αποτελούν μέρος και εικόνα της πολυώροφης υπόθεσης  κι όλα αυτά με τα καλύτερα παραστατικά σύνεργα.  Έναν επίμονο, ανυποχώρητο ποιητικό ρεαλισμό, με την επιστράτευση πολλαπλών ευρημάτων  και τεχνικών. Από τον εσωτερικό μονόλογο και τη ροή τής συνείδησης μέσα από την έκφραση, τη διαρκή κίνηση, τη χορωδιακή και κινηματογραφική αφήγηση , μέχρι το σθένος του πλήθους. Δυο δεκάδες εξαιρετικοί ηθοποιοί ενώνουν δυνάμεις, δεξιοτεχνία, ταλέντο, ερμηνεύουν χαρακτήρες, ομαδοποιούνται πειθαρχικά  σε χορό τραγωδίας, αναπαριστούν γεγονότα, ζωντανεύουν  καίριες στιγμές  των μικρών – μεγάλων παθών των ηρώων, απλώνονται σε εργοστάσια, σε δόμους, σε  πλατείες, και  στρατόπεδα, σε τόπους εκτελέσεων και μαζεύονται σε φτωχικές   ή πλούσιες κάμαρες, σε κακόφημους οίκους και σε δημοσιογραφικά γραφεία κι  αποτελούν ισοδύναμες συνιστώσες δρώσες σε ενεστώτα χρόνο.  
 
Έτσι, η παράσταση είναι δομημένη, όπως και στο βιβλίο, σε  επίπεδα γραφής που το καθένα αποτελεί και μία ξεχωριστή διάσταση. Το μυθιστορηματικό, το βιωματικό και  το ιστορικό στοιχείο.
 
Απόσπασμα από τη σημείωμά  της αναφέρει:  «Μεγάλη πρόκληση ήταν το να βρούμε τον κεντρικό θεματικό άξονα, το νόημα που συνδέει τις πολλές μικρές ιστορίες σε μία, με έναν τρόπο συμπαγή και ενιαίο. Στις ζωές των ηρώων του έργου, η δράση, κατά κύριο λόγο, συντελείται μέσα στο μυαλό τους. Εκεί εκφράζονται τα όνειρα, οι επιθυμίες, οι μνήμες, οι φόβοι, οι ανασφάλειες και οι ελπίδες τους. Το όραμα-όνειρο μοιάζει σαν μία κινητήριος δύναμη, σαν μία τάση προς τη ζωή, που λίγο πριν το τέλος της αέναης αυτής διαδρομής παραφυλάει ο θάνατος ή ο συμβιβασμός».
 
Ο αναγνώστης του βιβλίου θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα  σημεία – σταθμούς της ιστορίας, να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει τις σελίδες, προκειμένου  να  μείνει μέσα στη ροή χωρίς να εξοκείλει, ν αντιληφθεί τη διακριτική επική πνοή που διατρέχει το έργο. Στην παράσταση, ο θεατής  διαπιστώνει έγκαιρα ότι οι ήρωες είναι οι ταπεινοί της γης, οι αφανείς της Ιστορίας, των οποίων τα βιώματα και τα  πάθη  δεν παίρνουν σε καμία σκηνή επικές διατάσεις. Αυτό είναι επίτευγμα συνεργασίας διασκευαστή   και σκηνοθέτιδας, οι οποίοι εξατομίκευσαν αριστοτεχνικά τα πρόσωπα, ώστε να συναρπάζει η ιδιαιτερότητά τους και να εντυπωσιάζει η αντοχή τους και η ικανότητά τους να επιζήσουν.
 
Η θεατρική  αναμέτρηση μαζί τους είναι άθλημα.  Ο Άκης Δήμου και η Ελένη Ευθυμίου αλλάζουν τον τρόπο της ανάγνωσης: εγρήγορση, αλλά και αποδοχή της μαγείας και της ποιητικότητας, καταβύθιση σ έναν κόσμο φωτεινών σκιών με ονόματα  οικείων  τόπων , όπου ο χρόνος  αφήνει ανεξίτηλα αποτυπώματα και τραύματα.
 
Ο  τυχοδιώκτης Φώτης, ο αρχικά επαναστάτης  νέος και μετέπειτα ρεαλιστής και συμφεροντολόγος επιχειρηματίας Γιάννης, η  ορφανή προσφυγοπούλα Αγγέλα, ο ιδεολόγος δημοσιογράφος Χρίστος, είναι οι αντιήρωες της εποχής τους, επειδή ανήκουν  σήμερα στη λεγόμενη σιωπηλή πλειοψηφία , χωρίς ιδιαίτερα προσόντα ή καθοριστικό ρόλο στην κοινωνία. Κατ ουσία, η παράσταση επιχειρεί να κερδίσει το ενδιαφέρον μας, όπως και ο συγγραφέας- διασκευαστής,  για ανθρώπους μοιρολάτρες, παθητικούς δέκτες, με καταπιεσμένες αρχές, με πάθη και με λάθη. Η ιστορία τούς παρασύρει, όμως αυτοί βρίσκονται ουσιαστικά έξω απ αυτήν. Εξαίρεση η εμφανής μεταφορά του εμφυλίου μέσα στην ίδια οικογένεια. 
 
Εντυπωσιάστηκα  από την πρώτη κιόλας  σκηνή, όπου πίσω από το παραβάν τα ανθρώπινα κορμιά ανάσκελα στο δάπεδο μηνούσαν: «το έργο που αρχίζει δεν  είναι της χαράς. Του πόνου είναι, των μικρών θανάτων είναι, του ζόφου είναι και μιας ατέρμονης προσπάθειας είναι,  να συνεχιστεί η ζωή. 
 
Εκστασιάστηκα από τρεις εκπληκτικά  εφευρετικές  σκηνές, οι οποίες βρήκαν στόχο στο μυαλό, στην καρδιά,  στο μεδούλι. Η έξοχη, ρεαλιστική αναπαράσταση του βιασμού της Αγγέλας, εκείνη η επινοητική  τής  αναγκαστικής  άμβλωσής της, ο  άγριος ξυλοδαρμός της Ελένης, της λαϊκιάς  πουτάνας με τη φιλεύσπλαχνη  ψυχή και η εκφοβητική  σκηνή της ανηλεούς  επέλασης των Γερμανών στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη,  της καταστροφής των μαρμάρων στα εβραϊκά τα σπίτια και τα κοιμητήρια, μέσα από το βαρύ, ανατριχιαστικό  πλατάγιασμα των ποδιών πάνω στο σανίδι.
 
Η μεγάλη διάρκεια  της παράστασης είναι αναπόφευκτη. Ένα τέτοιο βιβλίο  που περιγράφει γεγονότα μιας εκατονταετίας, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο θέατρο συμπυκνωμένο , συρρικνωμένο  κι απογυμνωμένο από τους χυμούς του (εικόνες και λόγια) στη διάρκεια μιας συμβατικής απόδοσης. Απαιτεί σεβασμό στο κείμενο  αλλά και προσθαφαίρεση  και, σαφώς,  πολλή δουλειά. Οι αποδόσεις όλων των ηθοποιών στην υποκριτική, στο τραγούδι, στην κίνηση, στη ζωντανά μουσική,  στη συνεργασία, υποδειγματικές. Άδικο να ξεχωρίσω  κάποιον από την  διανομή. Είναι όλοι τους άξιοι συγχαρητηρίων. Αξιοθαύμαστες ερμηνείες, θεσπέσιες φωνές, συγχρονισμός άψογος, εγρήγορση και αδρεναλίνη στα ύψη για τρεισήμισι ώρες. 
 
Ιδιαίτερη αναφορά στο βίντεο του Δημήτρη Ζάχου. Συμβολή καθοριστική στη ροή της παράστασης. Ποίηση και συναίσθημα πλάι στη ζωντανή αφήγηση. Σκηνοθεσία για κινηματογραφικά  βραβεία και επαίνους.
 
Πρόκειται για μια παράσταση- επίτευγμα του ΚΘΒΕ Είναι φτωχή η λέξη «εύρημα» σ αυτή τη σκηνοθεσία, στη διασκευή του  Ακη Δήμου, στα σκηνικά της Ευαγγελίας Κιρκινέ, στο βίντεο του Δημήτρη Ζάχου. Θα πρέπει να είναι περήφανος ο φορέας γι αυτή τη μεγαλειώδη παραγωγή. 

Μη σας τρομάζει η διάρκεια. Η παράσταση είναι δομημένη με τέτοιον τρόπο, ώστε δε φεύγει ο θεατής από το κάθισμά του. Είναι μέσα στο έργο, μέσα στη δράση  από την αρχή έως το τέλος. Είναι εκεί. Και μαθαίνει για τη ζωή  που δεν έζησε ο καινούργιος και συμπάσχει ο παλιός κι ανατριχιάζει  ο καθένας και εκστασιάζεται και χειροκροτεί. 
Δείτε το. 
Ασφαλώς, θα το ξαναδώ κι εγώ.
 
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή: Άκης Δήμου 
Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ  Κοστούμια: Άγγελος Μέντης  
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης  Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή ΜολυβδάΦαμέλη  Βίντεο: Δημήτρης Ζάχος  
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας 
Βοηθοί σκηνοθέτη: Γιάννης Βαρβαρέσος, Γιώτα Κουϊτζόγλου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Φωτογράφιση παραγωγής: Τάσος Θώμογλου.  Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
 
Διανομή:
Ελένη Θυμιοπούλου (Αμαλία), Νίκος Καπέλιος (Χρίστος), Γιάννης Καραμφίλης (Ευριπίδης/Εκείνος), Μελίνα Κοτσέλου (Αλκμήνη), Νίκος Κουσούλης (Δημήτρης), Γιάννης Μαστρογιάννης (Φώτης), Νίκος Μήλιας (Άγγελος), Δημήτρης Μορφακίδης (Ηλίας), Χρήστος Παπαδημητρίου (Γιάννης), Χρήστος Παπαδόπουλος (Στρατής), Δημήτρης Σακατζής (Παυλάκης), Εύη Σαρμή (Ελένη), Κατερίνα Σισίννι (Αγγέλα), Θεόδωρος Σκούρτας (Ευγένιος), Χριστίνα Σωτηριάδου (Αντιγόνη), Φωτεινή Τιμοθέου (Δόμνα), Βασίλης Τρυφουλτσάνης (Χάρης/Πλιατσικολόγος), Μάρα Τσικάρα  (Ευθαλία), Βικτώρια Φώτα (Μπετίνη/Ειρήνη Καρανικόλα), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Μυρσίνη)
ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΟΜΠΑΝΙΑ: Γιάννης Καραμφίλης (μπουζούκι), Χρήστος Παπαδόπουλος (κιθάρα), Δημήτρης Σακατζής (ούτι), Βασίλης Τρυφουλτσάνης (ακορντεόν)
Κατάλληλη για ανηλίκους άνω των 13 ετών.

cityportal.gr /  Η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα στο ΚΘΒΕ  / Κριτική Παύλος Λεμοντζής


:

Για να μαθαίνεις πρώτος τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη
Ακολούθησε μας στο Facebook

 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ